Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Η σημασία του επισκεπτηρίου


Η σημασία του επισκεπτηρίου
ή γιατί είναι χρήσιμο να φοράει κανείς κόκκινο παλτό όταν ανεβαίνει την Πίνδο


Το χειμώνα του 2004, Φεβρουάριο, ο αδελφός μου παρουσιάστηκε φαντάρος στην Άρτα. 
Αν και είκοσι χρονών τότε, για μένα ήταν -και είναι ακόμη- ο αδελφούλης μου, το αγοράκι που με περίμενε να γυρίσω από το σχολείο το μεσημέρι, το παιδάκι που καμάρωνα στις σχολικές γιορτές και τις παρελάσεις. Όσο κι αν μεγαλώνει, ψηλώνει και γίνεται άντρας, σε μιά γωνία του μυαλού μου μένει με ένα μαγικό τρόπο ακόμη παιδί. 

Αυτό το παιδί λοιπόν έπρεπε στις αρχές του 2004 να το αποχωριστούμε. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγε τόσο μεγάλο διάστημα από το σπίτι μας. Παρουσιάστηκε στην Άρτα κι έφυγε μόνος του με τη συγκοινωνία. Δεν ήθελε να πάει κάποιος μαζί του μέχρι την πόρτα του στρατοπέδου. Δεχτήκαμε την απόφαση, αλλά μας έτρωγε ο καημός που θα βρέθηκε έτσι μόνος του στο ξένο περιβάλλον και η στενοχώρια που δεν θα είχε κάποιον μαζί έστω για τη διαδρομή.

Αυτή την ημέρα που αναχώρησε από το σπίτι για το στρατό δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Θυμάμαι πήγα το πρωί κανονικά στο γραφείο, αλλά όταν σχόλασα το μεσημέρι δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι, βολόδερνα στους δρόμους για να ξεχαστώ και συγχρόνως τρόμαζα στη σκέψη ότι κάποια στιγμή θα βράδιαζε. Δεν άντεχα στη σκέψη ότι θα γύριζα στο σπίτι και ο αδελφός μου δεν θα ήταν εκεί. Ότι θα νύχτωνε και δεν θα κοιμόταν σπίτι μας αλλά κάπου σε έναν κρύο θάλαμο με ένα σωρό ξένους που ποιός ξέρει τι καρυδιάς καρύδια ήταν. 

Όταν πέρασαν οι πρώτες μέρες της θητείας του και ήρθε η ώρα για το πρώτο επισκεπτήριο δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να είμαι εκεί οπωσδήποτε. Ήμουν τότε ακόμη άπειση νέα οδηγός και το αυτοκίνητο το φοβόμουν αρκετά. Θα πήγαινα από την Αθήνα ως τα Τρίκαλα το Σάββατο και την Κυριακή θα έκανα το Τρίκαλα-Αρτα. 

Το πρώτο σκέλος της διαδρομής πήγε καλά. Η διαδρομή γνώριμη, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Την Κυριακή το πρωί με καλό καιρό ξεκινήσαμε για Άρτα. Ο ταξιδιώτης που θέλει να πάει από τα Τρίκαλα στην Άρτα έχει δυό τρόπους: να ανέβει από την Καλαμπάκα μέσω Κατάρας, προς Μέτσοβο και Ιωάννινα και να κατέβει Άρτα ή να διασχίσει κάθετα την Πίνδο και να περάσει στη Δυτική Ελλάδα μέσω Μεσοχώρας. Επέλεξα ως συντομότερη τη δεύτερη διαδρομή και μάλιστα ως φοβική και τρελά οργανωμένη θυμάμαι ότι είχα τηλεφωνήσει και στην τοπική Τροχαία να ρωτήσω αν ο δρόμος είναι ανοικτός και χωρίς προβλήματα γιατί κάποιος μου είχε πει ότι ίσως έχει κομμάτια με χωματόδρομο. Ο υπεύθυνος στην Τροχαία ήταν καθησυχαστικός. 

Ξεκινάμε λοιπόν με τον Θ. και υπολογίζω με βάση το χάρτη ότι μάξιμουμ σε 3 ώρες θα ήμασταν στην Άρτα. Θα φτάναμε άνετα με την έναρξη του επισκεπτηρίου. Αρχίσαμε λοιπόν την ανάβαση. 

Δεν θα αναλύσω λεπτομερώς όλα όσα μας συνέβησαν στη διαδρομή αυτή. Θα τα αναφέρω έτσι παρατακτικά γιατί με έναν τρόπο κάπως έτσι τα βιώναμε κιόλας, τη μιά αναποδιά μετά την άλλη: ο καιρός ανεβαίνοντας πήγαινε από το κακό στο χειρότερο: συννεφιά, ομίχλη να μην βλέπεις στα τρία μέτρα, χαλάζι (!) ως και χιόνι σε πολλά σημεία. - Σε πολλά σημεία της διαδρομής είχε κατολισθήσεις βράχων. Κάποια στιγμή ακούω ένα άγριο γρατζούνισμα κάτω από το αμάξι. Είχα πάρει πέτρα από κάτω. Την έβγαλε ο Θ. και συνεχίσαμε με το φόβο μήπως είχαμε πάθει καμιά ζημιά. - Σε όλη την ανάβαση και μέχρι το πρώτο χωριό από την πλευρά της Ηπείρου είδαμε μόνο ένα αυτοκίνητο. - Το κινητό πολύ σύντομα μετά την αναχώρησή μας από τον κάμπο δεν είχε σήμα. Ό,τι κι αν μας συνέβαινε δεν θα είχαμε τρόπο να ειδοποιήσουμε. 



Σε όλη τη διάρκεια της εφιαλτικής αυτής διαδρομής θυμάμαι τον εαυτό μου τρομαγμένο. Η λογική έλεγε ότι έπρεπε να γυρίσουμε πίσω και πολλές φορές το σκέφτηκα. Ήμουνα άπειρη οδηγός, ο Θ. δεν οδηγούσε και έβαζα και τη δική του ζωή σε κίνδυνο. Δεν είχαμε όμως καν σήμα στο κινητό για να ειδοποιήσω τον αδελφό μου ότι δεν θα πηγαίναμε. Και πώς θα έκανα κάτι τέτοιο πού είχα καταλάβει από τα τηλεφωνήματά του πόσο πολύ ήθελε να μας δει; Συνέχιζα λοιπόν. Έσφιγγα τα δόντια και συνέχιζα. Έπρεπε οπωδήποτε να φτάσουμε στην Άρτα και να προλάβουμε το επισκεπτήριο. 

Κάποια στιγμή θυμάμαι το γελάσαμε κιόλας. Πόσο χειρότερα μπορεί να πάει αυτό το ταξίδι; 
Το γέλιο μας κόπηκε όταν εκεί που οδηγούσαμε χάθηκε ο δρόμος και καταλήξαμε να ανεβαίνουμε το χαλικόστρωτο ελικοειδή "δρόμο" σε ένα νταμάρι. Δίπλα μας ένα ποτάμι ορμητικό και μιά ξύλινη γέφυρα από αυτές που ξέρεις από τις πολλές ταινίες που έχεις δει ότι είναι σάπιες και θα πέσεις μέσα.
Εκεί λοιπόν, πάνω σε αυτό το νταμάρι έφτασα τα όρια των αντοχών μου. Καταλάβαινα ότι από ώρα σε ώρα το αμάξι θα κόλλαγε στα χαλίκια. 
Τράβηξα χειρόφρενο και βγήκα από το αυτοκίνητο. Έριχνε χιόνι ψιλό, το κρύο σε περόνιαζε. Άνθρωπος ούτε για δείγμα. Μόνο κάτι εγκατελειμένες μπουλντόζες ψηλότερα στο νταμάρι. 
Θυμάμαι κοίταξα τον γκρίζο ουρανό και ήθελα να υπάρχει Θεός να με ακούσει που του παραπονιόμουνα. Μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα, αλλά αυτά κάτι τέτοιες στιγμές είναι πολυτέλειες. 
Αποφάσισα να γυρίσω πίσω στο τελευταίο χωριό που είχαμε περάσει, τη Μεσοχώρα. Θυμόμουνα αμυδρά ότι είχα δει έναν αστυνομικό σταθμό. 

Δεν βρήκαμε κανέναν στην αστυνομία. Ερημιά γύρω, άνθρωπος κανείς. Απελπισμένη, ήμουνα έτοιμη να αρχίσω να χτυπάω τις πόρτες των σπιτιών να δούμε τέλος πάντων αν μένει κανείς σ'αυτό το χωριό. Ο Θ. με το ζόρι με κράταγε. Για καλή μας τύχη άνοιξε μιά πόρτα και βγήκανε δυό άνθρωποι, τους ρωτήσαμε πώς να πάμε στην Άρτα. Από τη γέφυρα, μας είπαν. Και μετά ακολουθείς τον χωματόδρομο. Να, ακολουθάτε αυτό το φορτηγό, κατά κει πάει. 

Κουτρουβαλώντας παίρνω ξωπίσω το φορτηγό, πέφτω σε λακκούβες μέσα στα χώματα, περνάω και την περίφημη γέφυρα. Το φορτηγό όμως δεν πήγαινε στην Άρτα και σύντομα έστριψε για κάποιο χωριό. 
Λίγο παρακάτω ο δρόμος πάλι χανόταν, σε έβγαζε πιά ευθεία στην όχθη του ποταμού. 
Δεύτερη φορά απελπισία, μα τώρα είχα πάρει το κολάϊ. Βγαίνω από το αμάξι και κοιτάζω γύρω, βλέπω μακριά ένα αγροτικό. Δεν προλάβαινα να ξαναμπώ στο αμάξι και να το ακολουθήσω κι αρχίζω να τρέχω με τα πόδια ξωπίσω του και να κουνάω αλαλιασμένη τα χέρια -μου φαίνεται είχα και μιά χρωματιστή ομπρέλλα. 

Με τα πολλά ο οδηγός φαίνεται με είδε από τον καθρέφτη. Φορούσα βλέπεις κι ένα κόκκινο παλτό, που αποδείχτηκε εν τέλει το πιό χρήσιμο αξεσουάρ για ανάβαση στην Πίνδο. Ο άνθρωπος αυτός, καλή του ώρα όπου και να είναι, μας καθησύχασε, μας είπε να τον ακολουθήσουμε και σύντομα μας ξανάβαλε στον ίσιο δρόμο και αρχίσαμε την συναρπαστική κατηφόρα για την Άρτα. Δεν θυμάμαι πολλά από την κατάβαση, γιατί έτρεχα όσο μπορούσα περισσότερο. Με όσα είχαν δει τα μάτια μου η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο - σαν το παλτό μου- και το μόνο που με ένοιαζε ήταν να προλάβω να δω τον αδελφούλη μου. Γιατί βέβαια με όλα αυτά η ώρα είχε περάσει. 




Ήταν πιά οριακό αν θα προλαβαίναμε ή όχι να τον δούμε έστω μιά στιγμή. Τον φανταζόμουνα να κοιτάζει την πόρτα και να μη μας βλέπει, την απογοήτευση και τη μοναξιά του, την ανησυχία του που δεν είχε νέα μας. Κατεβαίνοντας ευτυχώς τον ειδοποιήσαμε για όσα είχαν συμβεί μα καταλάβαινες κι από το τηλέφωνο πόσο θα στενοχωριόταν αν δεν μας έβλεπε. Όλοι είχαν τους δικούς τους κοντά κι εκείνος; Γκάζι λοιπόν, κουτρουβαλώντας οι στροφές και μπαίνοντας στην Άρτα - χαρά Θεού ένας ήλιος χάρμα!- ντουγρού να βρούμε το στρατόπεδο. Πάνω σε έναν λόφο πευκόφυτο ήταν θυμάμαι. 

Προλάβαμε τελικά να τον δούμε ένα μισάωρο. Είχε αδυνατίσει και φαινόταν ταλαιπωρημένος, αλλά τον είδαμε και μας είδε. Αγκαλιαστήκαμε. Και μετά από λίγο κάτσαμε θυμάμαι έτσι κάπως θλιμμένοι και οι τρεις σε κάτι τσιμεντένια σκαλιά και προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι ευχάριστο να πούμε για να ευθυμήσουμε. Δεν βρίσκαμε τίποτα να πούμε αληθινά αστείο, καταφύγαμε στα γνώριμα κωδικά μας, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Την ώρα του αποχαιρετισμού δεν την θυμάμαι, την διέγραψα από τη μνήμη μου. 

Αυτό το μισάωρο επισκεπτήριο άξιζε και με το παραπάνω την ταλαιπωρία της χειρότερης διαδρομής της ζωής μου. 


Υ.Γ. Φεύγοντας από την Άρτα έπρεπε να γυρίσουμε πάλι στα Τρίκαλα. Δεν θα επαναλάμβανα βέβαια την πεντάωρη εφιαλτική διαδρομή που είχα μόλις κάνει. Αυτή τη φορά επέλεξα να περάσω την Κατάρα. Και πράγματι την πέρασα. Με ενάμιση μέτρο χιόνι, χωρίς αλυσίδες. Αλλά αυτό είναι μιά άλλη ιστορία. 




******
Αυτό το κείμενο γράφτηκε ακολουθώντας την παραίνεση του Βιβλιοθηκάριου να γράψουν και γυναίκες ιστολόγοι κάποιο κείμενο σχετικό με τη στρατιωτική θητεία -προφανώς όχι τη δική τους, αλλά κάποιου οικείου τους. Έχει προηγηθεί ένα μίνι δι-ιστολογικό αφιέρωμα των καθ'ύλην αρμοδίων ανδρών ιστολόγων: ξεκινώντας από την ιστορία του Βιβλιοθηκάριου εδώ ακολουθήσατε τα λινκ στο τέλος και θα οδηγηθείτε και στις υπόλοιπες ιστορίες. 
Αρχηγός και οργανώτρια στη συμβολή των γυναικών ιστολόγων η αγαπητή μας Αναγεννημένη, που γράφει Ξώφαλτσα.


Γράφουν ακόμη οι 


Σίλια, Μιά φορά κι έναν καιρό, ένας στρατιώτης κι ένα κορίτσι
RubinakiM, Σου'παν να βάλεις το χακί
Nefosis, Μην αλλάξεις τίποτα
Ξωτικό, Στο χακί;
Πολυάννα, Η Πολυάννα και ο Ελληνικός Στρατός :-)







Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

το καλοκαίρι της σιωπής

Δεν έχω ιδέα τί άνθρωπος θα γίνει όταν μεγαλώσει. Πώς, από τί ερεθίσματα δικά μας διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του. Προς το παρόν περισσότερο με διαπαιδαγωγεί εκείνος παρά εγώ. Εγώ τον παρατηρώ. Παρακολουθώ τον τρόπο που παρατηρεί το περιβάλλον του. Τον τρόπο που κοιτάζει. Νομίζω ότι ξέρει πόσο πολύ τον παρακολουθώ. Ακόμη κι όταν κρύβομαι από το οπτικό του πεδίο, στρέφεται προς τα εκεί που είμαι και με αναζητά με το βλέμμα. Πότε-πότε αφαιρείται και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Φαίνεται να σκέφτεται, αν και είναι πολύ μικρός για περίπλοκες σκέψεις. Ώρες-ώρες αναστενάζει. Γιατί αναστενάζεις; τον ρωτάω. Δεν μου απαντάει, δεν μπορεί, αλλά με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια και μετά καταλαβαίνω, ξέρω γιατί αναστενάζει. Αυτό το στάδιο πριν την ομιλία δεν θα το ζήσουμε ποτέ ξανά έτσι μαζί και καταλαβαίνω πόσο πολύτιμο είναι. Σαν να γνέθουμε μαζί όλη μέρα κι όλη νύχτα ένα αόρατο νήμα που θα μας δέσει γερά για πάντα. Μερικές φορές, όταν είναι χαλαρός, μισοξαπλωμένος, πέφτω δίπλα του, μπαίνω εγώ στην αγκαλιά του, κι εκείνος απλώνει το χέρι του, μου χαϊδεύει το μάγουλο και χαμογελάει. Σαν να μου λέει να μην ανησυχώ, όλα θα πάνε καλά. Γίνομαι το παιδί του, αφήνομαι να με γιατρέψει, αφήνομαι να με αγαπήσει. Μετά θυμάται ότι είναι εκείνος το παιδί, αρπάζει τα τσουλούφια μου και τα τραβάει με όλη του τη δύναμη και γελάει.