Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Ένα μεγάλο κρεμμύδι


Flaura and Fauna


Είδα χθές βράδυ στον ύπνο μου ένα σωρό περίεργα όνειρα, ως συνήθως.
Σε ένα από αυτά ήμουνα λέει η Mary Poppins, μιά Mary Poppins ξεμαλλιασμένη, με βρώμικα κουρελιασμένα ρούχα, ταλαιπωρημένη, κουρασμένη. Ανέβηκα με κόπο τα σκαλιά μιάς παλιάς πολυκατοικίας, μπήκα σε ένα μικρό αλλά ψηλοτάβανο διαμέρισμα, φτωχικό μάλλον, με μιά λάμπα-γλόμπο να κρέμεται από το ταβάνι κι έναν τοίχο στο βάθος βεραμάν ξεφλουδισμένο. Κατευθύνθηκα στο βάθος και προσπάθησα να κλείσω με πολύ κόπο τα φύλλα μιάς ψηλής παλιάς τζαμαρίας. Ήταν νύχτα, έξω φύσαγε κι έβρεχε, ο αέρας έφερνε στο πρόσωπό μου σκουπίδια και φύλλα ξερά κι εγώ έβαζα όλη μου τη δύναμη να κλείσω τα φύλλα της τζαμαρίας φοβούμενη όλη την ώρα μήπως σπάσουν και σωριαστούν πάνω μου τα γυαλιά. Δεν θυμάμαι αν την έκλεισα τελικά.

Humpty Dumpty and Infant


Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να παίζω ένα παιχνίδι στη μαμά μου.
Όταν εκείνη έφευγε για λίγο από το σπίτι, να ψωνίσει κάτι ή να πεταχτεί σε μιά γειτόνισσα, επέστρεφε και με έβρισκε ξαπλωμένη κατάχαμα σε στάση δολοφονημένου ή λιπόθυμου θύματος.
Έκλεινα τα μάτια μου, κρατούσα την ανάσα μου, προσπαθούσα να είμαι σοβαρή να μην γελάσω και για λίγα δευτερόλεπτα ζούσα με την ηδονή της προσμονής της αντίδρασής της.
Ήθελα να τρέξει επάνω μου γεμάτη αγωνία και να φωνάξει σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας "ωιμέ, το παιδί μου" ή κάτι τέτοιο.
Σπανίως το έκανε, είναι πολύ σκληρό κοινό, αρνιόταν να μου χαρίσει την εξαρτημένη αντίδραση.
Εγώ όμως εκεί, επιζητούσα να τελειοποιήσω το ρόλο μου ως θύματος και να προκαλέσω την αγωνία των αγαπημένων, και κάθε λίγο και λιγάκι, τσουπ, ξάπλωνα προσποιούμενη ότι είχα πεθάνει τον βίαιο θάνατο.

Το θυμήθηκα αυτό αυτές τις μέρες που συνειδητοποίησα ότι αν ποτέ χρειαστεί να πεθάνω από θάνατο τραγικό, από μιά χρόνια ασθένεια ας πούμε, δεν θα είμαι από αυτούς τους αξιοπρεπείς ανθρώπους που βιώνουν στωικά αυτό που τους συμβαίνει ή αντιθέτως εκπέμπουν κέφι παρηγορώντας εκείνοι τους οικείους τους.
Θα είμαι μία μελοδραματική ασθενής που θα ζητάει συνέχεια την προσοχή, την περιποίηση και την αγάπη. Θα ζητάω πράγματα διαρκώς, θα κάνω παράπονα, σκηνές κουραστικές, θα είμαι αβάσταχτη, εκνευριστική. Οι φίλοι θα με αποφεύγουν, οι συγγενείς θα απηυδίζουν.

Θα είμαι πάντα εκείνο το τρελλό παιδί που ήταν πάντα της κακή ηθοποιός.
Θα είμαι μιά από εκείνες τις ηρωίδες της όπερας που θέλουν μιά ολόκληρη πράξη μέχρι να πεθάνουν -κι ένα σωρό άριες μαρτυρικές στο μεταξύ.

Very Well


Αυτές τις μέρες τις περνάω με έναν τρόπο περίεργο. Λίγοι άνθρωποι ξέρουν πού βρίσκομαι και ακόμη λιγότεροι πώς ακριβώς είμαι. Έτσι μπορώ να λειτουργώ με σχετική ελευθερία, βιώνοντας το πρωτόγνωρο συναίσθημα του να ζει κανείς σε έναν χώρο μή-χώρο, αφού παρατήρησα ότι τελικά και ο χώρος μπορεί να καθορίζεται από τους άλλους.
Εδώ λοιπόν μέσα στη φωλιά μου, στον πάτο της κατσαρόλας μου πάλι, μπορώ να αναπνέω βαθιά περιμένοντας, να αφήνω τα παράθυρα κλειστά και να προσποιούμαι ότι είναι πάντα νύχτα.
Μπορώ να έχω την πολυτέλεια να περνάω όσες ώρες θέλω με τον Χαρούκι Μουρακάμι στο κρεββάτι μου.
Μπορώ επιτέλους να απομονώσω το βόμβο και να σκεφτώ.

Desire and the Burning Bush


Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να είμαι ένα πελώριο κρεμμύδι.
Καθώς με ξεφλουδίζει κανείς, καθώς αφαιρεί και πετάει τα στρώματα που έχω να με προστατεύουν, να πρέπει αναπόφευκτα να κλαίει κι αυτός γοερά, μέχρι να φτάσει στο τελευταίο φύλλο.

Fauna and the Crying Queen


Την ανάρτηση εικονογραφούν πίνακες της Margo Selski. Σε ορισμένα έργα της παρατήρησα γραμμένες ελληνικές λέξεις ή λέξεις με ελληνικά γράμματα. Ψάχνοντας τη σχέση της με την Ελλάδα βρήκα αυτό
"she often uses Greek writing in her paintings to convey a sense of narrative. Sometimes it's actual Greek, while other times they are words that only she can understand."



(από εδώ)

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Με το αγκίστρι στην καρδιά

Θέλω να γράψω μα δεν κατορθώνω να τιθασεύσω τις σκέψεις μου και να τις περάσω από το κόσκινο που οφείλουν πιά να περνούν προκειμένου να εκτεθούν εδώ.
Μα τρόπο βρήκα να εκφραστώ τελικά.
Πάντα υπάρχει τρόπος, ευτυχώς.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης, διαλέγω εδώ για το ιστολόγιο ποιήματα του  πολυαγαπημένου Henri Michaux - μήν ξεχνάτε άλλωστε τον υπότιτλο της "Ιφιμέδειας" που είναι μιά σκέψη δική του. Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή "Με το αγκίστρι στην καρδιά" των εκδόσεων Γαβριηλίδης σε μετάφραση Αργύρη Χιόνη.


ΚΡΑΥΓΗ

Το καλαγκάθι είναι φρικτό μαρτύριο. Όμως αυτό που μ'έκανε ακόμη πιό πολύ να υποφέρω, ήταν που δεν μπορούσα να φωνάξω. Καθότι ήμουν σε ξενοδοχείο. Η νύχτα μόλις είχε πέσει κι η κάμαρά μου ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο άλλες όπου κοιμόταν κόσμος.
Βάλθηκα, λοιπόν, να βγάζω απ'το κρανίο μου τεράστια τύμπανα, χάλκινα πνευστά και ένα όργανο που δυνατότερα κι από τις χορδοσύριγγες ηχούσε. Και, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη τη φοβερή που μού'δινε ο πυρετός, έφτιαξα μ'αυτά μιάν εκκωφαντική ορχήστρα. Τα πάντα τρέμαν απ'τους κραδασμούς.
Τότε, σίγουρος πιά ότι δεν θ'ακουγόταν η φωνή μου μέσα σ'αυτό το πανδαιμόνιο, άρχισα να ουρλιάζω, να ουρλιάζω επί ώρες, και κατάφερα, σιγά σιγά, να ανακουφιστώ.


Από το
ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΙ ΠΑΣΣΑΛΟΙ

Επιμένεις πράγματι ν'ανεβείς τη σκάλα;
Κι αν είναι για να καταλήξεις κρεμασμένος;



 
Από το
ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΙ ΠΑΣΣΑΛΟΙ

Όποιος καθημερινά καταποντίζεται δεν έχει ανάγκη από υπερωκεάνια και παγόβουνα ακυβέρνητα για να βουλιάξει, να βουλιάξει δίχως όρια. Δεν έχει ανάγκη από σκηνοθεσία.
Δεν χρειάζεται Τιτανικός. Ούτε Ατλαντίδα. Συνοδεία καμιά ούτε να βλέπεις τίποτε. Απλώς βυθίζεσαι.



 
Από το
ΥΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΟ ΦΑΡΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Δεν είναι ακόμη παρά μιά ελάχιστη άλως, κανένας δεν την βλέπει, όμως αυτός το ξέρει ότι από κει θα'ρθεί η πυρκαγιά, μία τεράστια πυρκαγιά θα'ρθεί, κι αυτός, καταμεσής της, θα πρέπει να τα καταφέρει, να συνεχίσει όπως πριν να ζει (Πώς πάει; Καλά, κι εσείς;), αφανισμένος απ'το ευσυνείδητο και αδηφάγο πυρ.



Η σημερινή ανάρτηση εικονογραφείται με φωτογραφίες του Κινέζου φωτογράφου, σκηνοθέτη και ηθοποιού Fan Ho.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Six impossible things before breakfast

Του Πρόβατου, για την Παρήχηση του Τζ


Αυτή η συζήτηση της Αλίκης με τη Βασίλισσα στο 5ο κεφάλαιο του "Μέσα απ'τον Καθρέφτη" θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του υπερρεαλιστικού κινηματογράφου, ένα έργο που άνετα συναγωνίζεται ταινίες όπως ο Ανδαλουσιανός Σκύλος του Μπουνιουέλ. Αναφέρομαι στην ταινία Η Αρχόντισσα κι ο Αλήτης του Ντίνου Δημόπουλου σε σενάριο του Λάκη Μιχαηλίδη και μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Η Αρχόντισσα κι ο Αλήτης, από τις δημοφιλέστερες ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου, βρίθει σουρεαλιστικών περιστατικών που γίνονται αποδεκτά ως απολύτως φυσικά από τους ήρωες και κατ'επέκταση το κοινό. Ο σκηνοθέτης αποδεσμεύεται φαντασμαγορικά από τις συμβάσεις της καθημερινότητας, τις αποδεκτές φυσικές μορφές και τις κοινωνικές νόρμες δημιουργώντας έναν σουρεαλιστικό κόσμο με δικούς του κανόνες, ενώ κλείνει το μάτι στο θεατή προτείνοντάς του την εναλλακτική θέαση, τον θρίαμβο της διαφορετικότητας και την νίκη επί των φυσικών δυνάμεων.

Η πρόθεση του σκηνοθέτη δηλώνεται σαφώς από την πρώτη σκηνή της ταινίας όταν οι δύο πρωταγωνιστές, νικώντας όλους τους κανόνες της Φυσικής, τραγουδούν ένα ντουέττο με φόντο χαρακτηριστικά τοπία της Κέρκυρας. Κανείς δεν αναρωτιέται πώς μεταφέρονται τόσο γρήγορα στο χώρο, πώς αλλάζουν ρούχα στη συνέχεια του ίδιου κιόλας στίχου, γιατί η Ρένα (Αλίκη Β.) φοράει πορτοκαλί μαγιώ με ασορτί μπότες μες στο κατακαλόκαιρο ή γιατί ο Λευτέρης (Δημήτρης Π.) τραγουδάει "Ρίχνω τα δίχτυα δίπλα στην ακρογιαλιά" ενώ τραβάει ένα παλαμάρι που δεν είναι δεμένο σε κανένα εμφανές αντικείμενο -κορυφαίο σημείο συμβολισμού.

Ενώ εκτυλίσσεται το πάρτυ αρραβώνων της Ρένας Κατσαρού (όνομα όχι τυχαίο, αλλά ασφαλώς ένα υπαινικτικό tribute στον Κερκυραίο μουσουργό Γιώργο Κατσαρό) έξω από το παράθυρό της ακούγεται μιά μακρινή φωνή που τραγουδάει μιά "Βαρκαρόλα" (νομίζω της Πόπης Αστεριάδη). Το τραγούδι αυτό είναι τόσο μαγικό, ώστε αφενός διαρκεί όσο να κατέβει η Ρένα στον κήπο, να μαλώσει και να γυρίσει στην κάμαρα για να ακούσει τη συνέχεια, αφετέρου έχει την ιδιότητα να μεταφέρει το ίδιο το σπίτι της Ρένας, το οποίο στην σκηνή αυτή είναι παραθαλάσσιο με θέα στο Ποντικονήσι, σε άλλη όμως βρίσκεται στην ενδοχώρα, "μακριά από την πόλη" ως λέγεται. Λεπτομέρειες, θα μου πείτε. Ίσως, θα σας απαντήσω.

Οι ανατροπές της λογικής συνεχίζονται. Ποιός άνθρωπος που έχει σώας τας φρένας ή ακολουθεί την πεζή λογική, ενώ θέλει να το σκάσει και να περάσει απαρατήρητος, επιλέγει τελικά από την πλούσια γκαρνταρόμπα του να φορέσει ένα λαμπερό ταγιέρ-κοστούμι με ζωηρά κίτρινα λουλούδια σε γαλάζιο φόντο; Μήπως πρόκειται για υπαινιγμό του σκηνοθέτη ότι η ηρωίδα θέλει τελικά να βρεθεί ή, πιό σωστά, δεν θέλει να χαθεί;

Η Ρένα περνάει τη νύχτα στο ταπεινό σπίτι ενός βαρκάρη και το πρωί, αφήνοντας πίσω το αστραφτερό ταγιέρ, φορά τα ρούχα του γιού του που κοιμάται (προφανώς γυμνός) έξω από την παράγκα. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς τί φόρεσε το πρωί ο γιός του βαρκάρη;

Το κορυφαίο επίτευγμα του σουρεαλιστικού σεναρίου: η ηρωίδα μεταμφιέζεται από ενήλικη χυμώδης γυναίκα σε μετέφηβο αγόρι, μιά μετάλλαξη ασφαλώς συμβολική. Κουρεύει μιά καστανή περούκα και φορά αντρικά (ή τέλος πάντων unisex) ρούχα. Όλοι όσοι την αντικρύζουν αποδέχονται την δεδηλωμένη της ταυτότητα, την εξίσωση που τους προτείνει: κοντό μαλλί+πουκάμισο+παντελόνι = άνδρας, χωρίς να αμφισβητούν την σεξουαλικότητά της. Μήπως μιλάμε για την ιδεώδη κοινωνία της απελευθέρωσης από τα πρότυπα του φύλου; Προφανώς ναι.

Κανείς δεν αναρωτιέται πού βρίσκει κάθε μέρα ο φτωχός Πίπης τόσο πολύ make-up και μάλιστα έναν τόνο πιό σκούρο από το δέρμα του για να δείχνει ηλιοκαμένος. Κανείς δεν απορεί για τα καλοβγαλμένα φρύδια του, για την μάσκαρα στις βλεφαρίδες ή για το δροσερό λιπ-γκλος. Ο Πίπης είναι αποδεκτός ως έχει, ως επιλέγει.

Ακόμη κι όταν ο Πίπης φλερτάρει με μιά άλλη γυναίκα σε ένα κέντρο, ενώ οι θεατές στην κινηματογραφική αίθουσα γνωρίζουν ότι είναι και ο ίδιος γυναίκα, κανείς δεν εξανίσταται, δεν απορεί. Το όλον είναι αστείο, μα όχι παράξενο, όχι απόβλητο. Πώς είναι δυνατόν; Μα επειδή ο σκηνοθέτης έχει ήδη κουρελιάσει την καθεστηκυία γνώση, έχει πετύχει να διαλύσει τον κόμβο των συμβάσεων, να απελευθερώσει τον θεατή από την ίδια του τη λογική.

Κι ο Λευτέρης; Αναρωτήθηκε κανείς για τα δικά του αισθήματα; Ποιά είναι η τραγική πάλη του ήρωα αυτού;
Γιατί σε όλο το κοινό οδοιπορικό των ηρώων ο Λευτέρης δεν αλλάζει ρούχα παρά το γεγονός ότι έχει ιδρωκοπήσει χίλιες φορές μες στο κατακαλόκαιρο; Είναι τυχαίο ότι το μόνο περιεχόμενο του ταπεινού του σακιδίου είναι ένα σετ ριγέ πυζάμες; Γιατί ο Λευτέρης δεν είχε μαζί του δεύτερο πουκάμισο; Αναρωτήθηκε κανείς τί συμβολίζουν όλα αυτά;


Όταν ο Πίπης με το χυμώδες κορμί του προσγειώνεται στα στιβαρά μπράτσα του Λευτέρη, ο τελευταίος δυσανασχετεί με έναν τρόπο περίεργο, η στιγμή είναι ασφαλώς μαγική. Το κοινό κρατά την ανάσα του αποδεχόμενο το παίγνιο αυτό. Ο σκηνοθέτης κλείνει πάλι το μάτι.
Λίγο μετά, η κορύφωση του δράματος ρίχνει αληθινό ράπισμα στην κοινή λογική. Πώς είναι δυνατόν να μετατραπεί τόσο γρήγορα, γρηγορότερα κι απ'την ταχύτητα του φωτός, το συναίσθημα του Λευτέρη για τον μετέφηβο Πίπη από αγνή συντροφική φιλία σε σαρκική επιθυμία αμέσως μετά τα αποκαλυπτήρια της Ρένας; Ποιά ήταν τελικά τα αληθινά συναισθήματα του Λευτέρη για τον Πίπη πριν αυτός μετέρθη της νέας μεταμόρφωσης;

Αγαπημένοι μου φίλοι, δεν θα συνεχίσω. Θα προτιμήσω να σας κλείσω κι εγώ το μάτι και να σας προτείνω να απελευθερωθείτε από τις παρωπίδες που καταδικάζουν συλλήβδην τις ταινίες του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου σε καλλιτεχνικά δημιουργήματα άνευ ουσιώδους αξίας.
Ποιός μπορεί στα αλήθεια να αμφισβητήσει ότι η "Αρχόντισσα κι ο Αλήτης" είναι ένα αριστούργημα του σουρεαλιστικού κινηματογράφου;

 
****

Υστερόγραφο

O κος Mersault γράφει ότι από κανένα μπλογκ δεν θα έπρεπε να λείπει ένα ποστ για τον Justin Bieber.
Νομίζω ότι μόλις έγραψα ένα τέτοιο ποστ.
Ας πούμε εν κατακλείδει ότι ο Justin Bieber είναι ο Πίπης της διεθνούς ποπ σκηνής.