Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

La chanson des vieux amants

Κάναμε παραμονή Πρωτοχρονιάς 2010 χορεύοντας λυσσαλέα. Στο πιό περίεργο πάρτυ για δύο που μπορούσα να φανταστώ, με έναν τρόπο απόλυτα ταιριαστό σε αυτό που έφευγε και σε αυτό που ερχόταν.

Cuno Amiet, Sunset in a Snowy Landscape


Τελευταίο βράδυ του 2010 παίζουμε χαρτιά. Το παιχνίδι μεταξύ μας κι αυτό λυσσαλέο, η σαμπάνια καθόλου δεν έχει μειώσει τα αντανακλαστικά μας.
Ο Θ. παίζει ριψοκίνδυνα, εγώ περισσότερο συντηρητικά από ποτέ. 
Η εφεκτική μου στάση, για την ακρίβεια η μπλόφα, επιβραβεύεται για άλλη μιά φορά: κερδίζω.
Με μιά κίνηση συγκεντρώνω μπροστά μου όλο το ποσόν, μαζεύω στίβα μπροστά μου όλες τις καραμέλες του μπωλ. 

Cuno Amiet, Tree in a winter landscape


Μέσα στις γιορτές, ο Θ. με πήρε πάλι από το χέρι να περπατήσω, σιγά-σιγά να σταθώ στα πόδια μου, να θυμηθώ την κάποτε δυναμική μου περσόνα. Τον κοιτάζω και σκέφτομαι πώς αντέχει, φοβάμαι την ώρα που θα κουραστεί. Σφίγγω τα δόντια και κάνω δύναμη.
Νιώθω σαν εκείνα τα παλιά αυτοκίνητα που τα έσπρωχνε κανείς στην κατηφόρα για να πάρουν μπρος. Έσπρωχνες και συγχρόνως αφουγκραζόσουν με αγωνία να ακούσεις τον βόμβο της μηχανής να ξεκινά. Μέσα στην ησυχία του σπιτιού, ακούγεται έξω ο αέρας, ακούγεται δίπλα το πλυντήριο, δεν ακούγεται βόμβος μηχανής.

******
Oh, mon amour
Mon doux, mon tendre, mon merveilleux amour
De l'aube claire jusqu'à la fin du jour
Je t'aime encore, tu sais, je t'aime

******

Ήθελα να ήμουνα μιά από εκείνες τις γυναίκες που έχουν ένα γέλιο γοητευτικό κι ακαταμάχητο. Πού γελάνε δυνατά, αλλά όχι ενοχλητικά, γέρνουν πίσω το κεφάλι κι εσύ παρασύρεσαι μαζί τους, τις κοιτάζεις, τις θαυμάζεις, γελάς κι εσύ, σε σαγηνεύουν. Νομίζω ότι αν είχα αυτό το χαρακτηριστικό θα ήμουν πανίσχυρη.



 
Cuno Amiet, Paysage de neige (Le grande hiver)


Ο Θ. διαβάζει στην Φυσική Ιστορία της Καταστροφής του Sebald μιά φράση του Jean Améry.
Η μνησικακία καρφώνει τον καθέναν από μας γερά πάνω στον σταυρό του ρημαγμένου του παρελθόντος. Ηχώντας παράλογη, απαιτεί να ανακληθεί το ανέκκλητο, να αναστραφούν τα συντελεσμένα.
Καταλαβαίνω τί λέει ο Améry.
Μόνο λίγες ώρες αργότερα ένα τυχαίο γεγονός με βυθίζει στην μνησικακία μου και απαιτώ παράλογα να αναστραφούν τα συντελεσμένα. Ο θυμός μου είναι τόσο αβάσταχτος, τόσο μεγάλος, κοχλάζει τόσο που νιώθω ότι πνίγομαι, πνίγομαι μέσα στην οργή μου, ψάχνω να βρω κατηγορούμενο να στήσω δικαστήριο. Τους περνάω όλους από το εδώλιο, μα στο τέλος, όσο και να ψάχνω, ο κατηγορούμενος είμαι πάντα εγώ, εγώ και ο κατήγορος. Η δίκη δεν βγάζει πουθενά, δεν βρίσκω πότε και πού έκανα το λάθος. Πώς είναι δυνατόν να κάνει κανείς πάντα το σωστό και να καταλήγει να έχει κάνει λάθος;
Κάτι δεν έχω υπολογίσει σωστά, η δίκη πρέπει να γίνει από την αρχή, συνεχίζεται στο κεφάλι μου ξανά και ξανά. Ξανά και ξανά μνησικακώ με τους λάθος ανθρώπους και πάλι το μυαλό μου κατρακυλάει απαρηγόρητο.

 
Είναι μύθος ότι το αλκοόλ σταματάει το μυαλό να σκέφτεται. Πείτε μου λοιπόν πώς σταματάει το μυαλό να σκέφτεται; Με τί περνάει αυτός ο κόμπος στο λαιμό και πώς σταματάει να πονάει η καρδιά σου;