Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

Η δική μου Τζέην Έϋρ


8 1/2 χρόνια τώρα κολυμπάω σε μιά παράξενη επαγγελματική σχέση. Τα πρώτα μισά ήταν όνειρο, τα δεύτερα μισά εφιάλτης.

Εφιάλτης από τους κανονικούς και με τα όλα τους. Με μίση απύθμενα, εκμετάλλευση, αγωνία, ποινές και αντίποινα.
Άντεξα με νύχια και με δόντια -γιατί είχα ανάγκη τη δουλειά. Έτσι δεν γίνεται;

***

Ειδικά μετά τον Νοέμβριο η καθημερινότητά μου είχε πολλές ενδιαφέρουσες σουρεαλιστικές πτυχές, κωμικοτραγικά στοιχεία και ψυχωτικές εναλλαγές. Ακούγεται σαν περιγραφή γερμανικής ταινίας από τον Μπακογιαννόπουλο, αλλά δεν παρέλαβα ποτέ Χρυσή Άρκτο, παρά τα βάσανά μου.


***

Η ευκολία είναι του διαβόλου -άκουσα σήμερα τον Δαμιανό σε μιά συνέντευξη στην ΕΤ1. Τι περίεργη φράση -σχεδόν σε παρηγορεί.

***

Όλα μου τα χρόνια ήμουνα μέσα σε αυτή την ιστορία, σ'αυτό που σπούδασα και ασκούσα, με το ένα πόδι μέσα, νομίζοντας ότι θα μπορώ να φύγω όταν δεν θα αντέχω ή όταν θα με ξεράσει το σύστημα.

Ώρες-ώρες βέβαια συνειδητοποιούσα τις συνέπειες αυτού του σχεδίου -έμπαζε από όλες τις μπάντες, αλλά βαυκαλιζόμουν ότι είναι ζωτικό για την ψυχική μου υγεία.
***

Τώρα που βλέπω το φως στην άκρη του τούνελ που ταξίδευα τόσο καιρό, ετοιμάζομαι να βάλω μέσα και το άλλο μου πόδι, κι αυτό είναι για μένα ένα περίεργο συναίσθημα. Πρωτόγνωρο.

Έζησα τόσο καιρό σαν τους παράνομους στην Άγρια Δύση που κοιμόντουσαν με το ένα μάτι ανοικτό, που δεν ξέρω πώς να κλείσω τα μάτια μου και να κοιμηθώ σαν άνθρωπος. Να κοιμηθώ στο πάτωμα, να κλείσω και τα μάτια.
***

Βρίσκω ένα σωρό παλιές αναφορές αυτής της νοσηρής κατάστασης σε πολλά παλιά μου ποστ. Τα διαβάζω και κατά κάποιο τρόπο με καμαρώνω γιατί μόνο εγώ ξέρω τι έχω περάσει. Αλήθεια καμαρώνω, γιατί με διαβάζω σαν να είμαι η ηρωίδα μου, η δική μου Τζέην Έϋρ, που παρά τα βικτωριανά της πάθη, επιβιώνει, σχεδόν καλή, σχεδόν γλυκειά, σχεδόν άφθαρτη.

***

Ελαφρύ ιντερμέδιο/αόρατη εικονογράφηση του ποστ: το ανθρωπόμορφο ψυχωτικό τέρας με το οποίο έπρεπε να συνδιαλέγομαι όλα αυτά τα χρόνια έχει το πρόσωπο της κυρίας Ασπασίας από τη σχετική διαφήμιση. Έχω σκεφτεί τόσες φορές το θάνατο αυτής της γυναίκας που όταν βλέπω τη διαφήμιση αντιδρώ σαν το σκυλί του Παυλώφ και μισώ την άκακη (πιθανόν) ηθοποιό όσο τίποτα στον κόσμο.

***

Αυτόν τον καιρό όμως με απασχολεί έντονα κάτι άλλο.

***

Καθώς παρατηρώ μέσα στον εαυτό μου να έχει συσσωρευτεί ένας μεγάλος θυμός, μια μεγάλη οργή, αναρωτιέμαι που θα βρει όλη αυτή η ενέργεια διέξοδο. Ασφαλώς χάνω πολύ συχνότερα την υπομονή μου πιά από ό,τι παλιότερα, σε επίπεδο ας πούμε αντιμετώπισης της καθημερινής καφρίλας. Αλλά αν θέλω να είμαι ειλικρινής, νιώθω ότι υπάρχει ένα μεγαλύτερο υπόβαθρο που βράζει και θέλει να εκραγεί και να φωνάξει και να σηκώσει έτσι εγωϊστικά το κεφάλι και να πάρει κεφάλια.

Κάπως έτσι φοβάμαι μήπως καμιά μέρα σκοτώσω μέσα μου την Τζέην.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Η Δανάη κατέβαινε από το φωταγωγό


Γνώρισα πρώτα τη φωνή της Δανάης -πολύ αργότερα το πρόσωπο και τα γραπτά της. Γι'αυτό έμεινε μέσα μου κυρίως αυτό. Η φωνή.


Κατέβαινε κάθε μέρα στο σπίτι μας, στην κουζίνα μας, από το φωταγωγό. Αν θυμάμαι καλά, γιατί πάνε πάνω από είκοσι χρόνια από εκείνη την εποχή, κατέβαινε κατά τις 11 και έμενε ως τις 11:30 ή 12.



Έβγαινε από το ραδιόφωνο της κυρίας που μένει πάνω από το σπίτι μας και γλιστρούσε με την υπέροχη φωνή της, μέσα από τους ατμούς της σκοτεινής κουζίνας μέσα στην ψυχή μου. Ερχόταν για λίγο και γέμιζε φως το φρικτό μου σκοτάδι. Ερχόταν γιά λίγο και χανόταν μετά.


Κοντά της άρχισα να τραγουδάω κι εγώ και να αγαπάω όλα τα υπέροχα "ελαφρά" τραγούδια -που αν και τόσο μακρινά τα αισθανόμουνα πάντα τόσο οικεία. Σύντομα, δεν μου αρκούσε να περιμένω να κατέβει εκείνη από τον φωταγωγό, άνοιγα μόνη μου πιά το ραδιόφωνο στο δεύτερο πρόγραμμα και την αναζητούσα.




Η Δανάη ήταν μιά πολύτιμη ανακάλυψη της εφηβείας μου, έχω μαζί της μιά πολύ συναισθηματική σχέση. Την ξεχώριζα πάντα ανάμεσα στις ομότεχνές της, έμαθα να ξεχωρίζω τη φωνή της, αν και δεν έχω καθόλου γνώσεις μουσικές.


Σήμερα έμαθα ότι έφυγε και τώρα γράφω έτσι, χωρίς λόγο ουσιαστικό, πιό πολύ για να ξορκίσω το σοκ της είδησης. Δεν είναι παρήγορο καθόλου για μένα το σκληρό δημοσιογραφικό "πλήρης ημερών". Δεν την γνώριζα φυσικά, αλλά μου άρεσε να σκέφτομαι ότι ήταν ακόμη κάπου εκεί έξω. Ότι κάποτε κρυφά, όταν δεν την άκουγε κανείς, εκείνη θα σιγοτραγουδούσε αγαπημένους της στίχους.

Ας έγραφαν καλύτερα στα σικέ τους κείμενα "πλήρης μουσικής" ή "πλήρης ουσίας" ή "πλήρης έρωτος" ή κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι εγώ είμαι πλήρης ευγνωμοσύνης που άκουσα την Δανάη.


Αν ισχύουν όσα γράφει ο Γεωργουσόπουλος σήμερα για τις τελευταίες ώρες της Δανάης, λυπάμαι πολύ τους αποκτηνωμένους ανθρώπους που πήραν τέτοιο κρίμα στο λαιμό τους.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Το σκουπάκι μυρίζει άνηθο







Αποκλειστήκαμε στα χιόνια. Μέρες και μέρες σχεδόν ίδιες μεταξύ τους, τόσο μα τόσο διαφορετικές από τις μέρες μας εδώ.
Γυρίσαμε χτες.

Μου έλειψε το σπίτι μου. Ο Θ. το κατάλαβε χωρίς να του το πω.


Στο σπίτι μας φυσικά είναι ακόμη γιορτές. Η πόρτα μας στολισμένη, το κεκλιμμένο δέντρο μας, το μπαλκόνι με τα φωτάκια.

Μου έλειψε το σπίτι μου. Περιφέρομαι στα δωμάτια κοιτάζοντας, χωρίς να κάνω τίποτα. Το άγχος για όσα πολλά έχω να ασχοληθώ με ρίχνει στη γνωστή κατάσταση της απόλυτης αδράνειας. Μα απολαμβάνω αυτή τη βόλτα στο σπίτι.


Επιστρέφοντας με περιμένουν γράμματα και κάρτες φίλων, κοινόχρηστα με μηνύματα των φίλων διαχειριστών, κανα-δυό λογαριασμοί στο γραμματοκιβώτιο. Στο email καμιά 100στη μηνύματα, επί το πλείστον από τις λίστες που παρακολουθώ, τίποτα σπουδαίο. Αν εξαιρέσεις τον πολυπόθητο διορισμό μου στο Πανεπιστήμιο.


Βάζω το ηλεκτρικό σκουπάκι να μαζέψω κάτι ψίχουλα από το χαλί του σαλονιού.
Μυρίζει άνηθο. Καιρό πριν μου είχε πέσει το βαζάκι με τον αποξηραμένο άνηθο και σκόρπισε σε όλη την κουζίνα. Μάζεψα τα πολλά με το σκουπάκι κι από τότε παρά τα πλυσίματα και την χρήση η μυρωδιά του έμεινε.
Το σκουπάκι μυρίζει άνηθο και ξέρω ότι είμαι σπίτι.


Ανοίγω ένα συρτάρι και βρίσκω ένα παλιό μου σημειωματάριο. Σημείωνα εκεί τα ποιήματα που διάβαζα και μου άρεσαν -πριν ανοίξω το blog και αρχίσω να τα σημειώνω εδώ.

Βρίσκω ένα ποίημα του Γιάννη Κοντού. Δεν έχω σημειώσει τίτλο, ούτε την έκδοση που το ανακάλυψα.
Το αντιγράφω εδώ, στο πρώτο κείμενο του 2009, και εύχομαι σε όλους όσοι δεν έχουν νιώσει αυτά που γράφει ο ποιητής, να ευλογηθούν κάποτε με μιά τέτοια εμπειρία.


Πλένεσαι
και τα νερά που τρέχουν
ποτίζουν τις μηλιές
του κάτω κόσμου

Τα φιλιά σου δεν είναι φιλιά
Είναι κλωστές από παλιά τραγούδια
Είναι το νόμισμα που δάγκωναν
οι πρόγονοί μας όταν τους κυλούσαν
στον Αχέροντα

Τα λόγια μου είναι αρνιά
που γίνονται πέτρες
βόσκοντας το χόρτο
της επιθυμίας σου.

Τα βυζαντινά σου χέρια
στην ασημένια θήκη,
με κερί, με λύπη.
Μόλις ακούσουν το σφύριγμα
των ματιών, τρέχουν
και πέφτουν στην αγκαλιά μου.