Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

3/4 πασχαλινή διάθεση.


Έχει μιά ησυχία αυτή την ώρα στο σπίτι, τέτοια που την ακούω δυνατά. Και την απολαμβάνω, ιδίως που ξέρω ότι σε λίγες ώρες θα τη χάσω.



Σε λίγο θα έρθουν οι γονείς μου και ο αδελφός μου, αύριο και οι γονείς του Θ., θα έχουμε πόρτες ανοικτές με τις καλές μου τις γειτόνισσες, μέσα, έξω και πλαγίως θορυβώντας. Δεν θα ακούμε τη φωνή μας, θα φωνάζουμε πιό δυνατά να ακουστούμε, δημοτικά στη διαπασών. Φρίκη. Or not.


Αυτό που είπα στην αρχή της εβδομάδας ότι δεν θέλω να κάνω, αυτό θα κάνω. Θα μαζέψω όλη την οικογένεια στο σπίτι να κάνουμε Πάσχα. Με μισή καρδιά. Ή μάλλον αν θέλω να είμαι ακριβής 3/4.



Δεν μ'αρέσει το Πάσχα. Λίγο να με έχει διαβάσει κανείς θα ξέρει πιά ότι έχω ψυχοπαθή έρωτα με τα Χριστούγεννα. Η περίοδος ανάμεσα στα
Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά είναι ασφαλώς μιά αληθινή γιορτή. Μιά γιορτή χαρούμενη.


Η Μεγάλη Εβδομάδα από την άλλη είναι μιά περίεργη διάβαση. Η καταναγκαστική της θλίψη δεν ταιριάζει με την επίσης καταναγκαστική ενθουσιώδη γιορτή που κορυφώνεται την Κυριακή του Πάσχα. Μια γιορτή θλιμμένη -πώς γίνεται να παίζει κανείς έτσι με τα αισθήματα; Να χωράει σικέ σε μιά εβδομάδα τόσο αντίθετες συναισθηματικές αλλαγές;



Τέλος πάντων, σε κάθε περίπτωση τα έθιμα καλό είναι να τηρούνται. Πρώτη εγώ ενδιαφέρομαι να παρατηρώ την επίδρασή τους στη συμπεριφορά των ανθρώπων, την ασφάλεια που γεννά η κανονικότητα, το αίσθημα του κοινού, του αναγνωρίσιμου, του οικείου, τους αναπόφευκτους δεσμούς.


Κι όπως τα παρατηρώ στους άλλους τα παρατηρώ και στον εαυτό μου. Ας πούμε τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί ξύπνησα με ένα αίσθημα περίεργο. Μιά πρεμούρα να προλάβω να βάψω εγκαίρως αυγά, όπως κάναμε με τη μαμά μου όταν μέναμε μαζί. Τα έβαψα τελικά, με τα φυλλαράκια τους και όλα τα σχετικά.

Χάρισα λοιπόν τα αυγουλάκια μου και είμαι χαρούμενη. Ίσως εκεί κάπου να βρίσκεται το αίσθημα της γιορτής που ψάχνω.

Πιάνουν τα έθιμα. Είναι κόλπα δοκιμασμένα. Και είναι ωραία όταν μέσα από τέτοιες προσχηματικές χειρονομίες, αισθάνεσαι στο τέλος της μέρας ότι έδειξες σε κάποιους ανθρώπους ότι τους εκτιμάς, τους αγαπάς, τους σκέφτεσαι και στενοχωριέσαι όταν λυπούνται.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Σκατά με φράουλες

Πλησιάζει το άγιον ελληνικόν Πάσχα, η γιορτή της αγάπης, και οι συμπατριώτες μας από την Ηλεία δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο τα χριστιανικά τους αισθήματα στους αλλόθρησκους μετανάστες υπάνθρωπους που έχουν την τιμή να παροικούν τα τιμημένα χώματα της Ηλείας.
Ελπίζω να μην έχει κανείς φέτος όρεξη για φράουλες.
Καλά θα ήταν να μαθαίναμε κάποτε σ'αυτή τη χώρα την έννοια του μποϊκοτάζ.
Άϊντε, απόγονοι του Αγαμέμνονα και του Μεγαλέξανδρου, πιστοί χριστιανοί με το κεράκι στο χέρι και την καλή κουβέντα στο στόμα, να σας δω...

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2008

Επιστρέφω αμέσως

Θα λείψω μόνον για τρεις μέρες, αλλά θα επιστρέψω.

Για να μην θορυβηθείτε με την απουσία μου σας αφήνω εδώ στο πόδι μου τη θεία φωνή του Νότη Βολανάκη στο επίκαιρο (εν προκειμένω) τραγούδι Επιστρέφω. Όσοι από εσάς το ακούσετε, δώστε παρακαλώ βάση όχι μόνον στην πενιά, αλλά κυρίως στην πρόζα στην αρχή του τραγουδιού και στο αξιοθαύμαστο γεγονός ότι η πρόζα αυτή παράγεται απευθείας από τη σκέψη του καλλιτέχνη: τα χείλη του δεν κουνιούνται (αν δεν είναι αυτό θαύμα, τότε δεν ξέρω τι είναι).





Το τραγούδι αυτό αφιερώνω στον χαμένο μου εξάδελφο Marvin the Martian και στον Προβατούλη-Νικολούλη που μας επανένωσε.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

To know us (even) better

Εδώ και λίγες μέρες η Στάσσα είχε την ευγενή καλοσύνη να με καλέσει σε ένα ακόμη ευλογοπαίγνιο, αλλά δεν είχα βρει το χρόνο να ανταποκριθώ. Όταν όμως έλαβα και κυβερνητική εντολή, κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να το καθυστερώ περισσότερο.

Ιδού λοιπόν, to know us even better.



Όνομα: Ιφιμέδεια



Γενέθλια: εδώ



Ζώδιο: εδώ



Χρώμα μαλλιών: εδώ


Χρώμα ματιών:



















Έχεις ερωτευτεί ποτέ?
Ε, ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι




Είδος μουσικής που ακούς: Ιαπωνική παραδοσιακή μουσική.



Αγαπημένος Χαρακτήρας Disney/Warner Bross: H Magica de Spell



Ποιος φίλος/φίλη σου μένει πιο μακριά? Η Αρχοντία στο Sydney και η Kim στο Berkeley (δεν ξέρω ποιά είναι πιό μακριά)



Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις: Υπολογίζω αμέσως σε πόσες ώρες θα μπορέσω να ξανακοιμηθώ.



Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Την τσαχπινιά μου



Τί έχεις στον τοίχο σου? Ένα ισοσκελές τρίγωνο που έχει σχηματιστεί από υγρασία.



Τί έχεις κάτω απ’ το κρεβάτι σου? Σκόνη.



Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τι θα έκανες? Θα προσπαθούσα φιλότιμα να μην πάθω έμφραγμα.



Αγαπημένος αριθμός: 6



Αγαπημένο όνομα: What's in a name? That which we call a rose by any other name would smell as sweet
(W. Shakespeare, Romeo and Juliet, II, ii, 1-2)



Τα χόμπι σου: http://www.iphimedea.blogspot.com/, http://fantastic80s.blogspot.com/



Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα? Στο Λονδίνο και να πίνω καφέ με την Xilaren.



Μια ευχή για το μέλλον: Να γίνω εισοδηματίας (χωρίς να εργάζομαι).



Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποια εποχή θα πήγαινες? Στην εποχή που με λάτρευαν.



Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου: Εντάξει, το πήρα.



Αγαπημένο λουλούδι: εδώ



Αγαπημένη παλιά σειρά: εδώ



Αγαπημένη ταινία: εδώ Χ7


Αγαπημένο τραγούδι: εδώ



Aγαπημένο βιβλίο: Ιζούμι Σικίμπου, 300 ερωτικά ποιήματα, μτφ. Α. Μακρυδημήτρη (Πρόσπερος 1994). Όχι τόσο για το περιεχόμενο, όσο για την αφιέρωση στο αντίτυπο. Είναι το πολυτιμότερο αντικείμενο που έχω.



Αγαπημένο ζώο: Μα, θέλει και ρώτημα; Φυσικά το chow chow !!



Αγαπημένο ρούχο: άρπες.



Αγαπημένος καλλιτέχνης/ιδα: Ο Δάσκαλός μου



Αγαπημένο χρώμα: Αυτό της γραμματοσειράς εδώ.



Αγαπημένο φαγητό: Όταν έχει κανείς τα κιλά μου η ερώτηση ενέχει ένα βαθμό ειρωνίας. Απαντώ λοιπόν κι εγώ ευθαρσώς και στον πληθυντικό: τα παγωτά!



Με ποιον χαρακτήρα από cartoon (Disney, WB, comics) ταυτίζεσαι? Με την κούκλα Shelly.



Κακή συνήθεια: Να λέω αυτό που σκέφτομαι όταν δεν πρέπει και να μην το λέω όταν πρέπει.



Xαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει: Η υπερβολική υπομονή.



Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Η υπερβολική υπομονή.

(παραλίγο να απαντήσω σαν τις στάρλετ η μεγάλη μου ειλικρίνεια!)


Συνηθισμένη ατάκα: Η κονσέρβα σου έχει πάρει πολύ αέρα
(δανεισμένη από το κινηματογραφικό αριστούργημα Λαλάκης ο Εισαγόμενος, την απευθύνει η Κατερίνα Γιουλάκη στον Νίκο Παπαναστασίου)



Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις, αν δεν έκανες αυτήν που κάνεις τώρα: εδώ



Μεγαλύτερος φόβος: Η εξαθλίωση.



Η καλύτερη pizza: Είναι αυτή που δεν φάγαμε ακόμη.



Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι…: Κατά κανόνα μαλλιαρά.

Προσκαλώ με τη σειρά μου τον Πρόβατο

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Σκέψεις δανεικές

επί τη επετείω των γενεθλίων του ιστολογίου


Θα'θελα να υπάρχουν τόποι
ακλόνητοι, ακίνητοι, απαραβίαστοι, ανέγγιχτοι, απρόσιτοι, άθικτοι, άψαυστοι, αναλλοίωτοι. Τόποι ριζωμένοι. Τόποι-σημεία αναφοράς, αφετηρίες, πηγές:


Η πατρίδα μου, το λίκνο της οικογένειάς μου, το σπίτι όπου γεννήθηκα, το δέντρο που παρακολούθησα να μεγαλώνει (το φύτεψε ο πατέρας μου τη μέρα που γεννήθηκα), η σοφίτα απ'τα παιδικάτα μου, γεμάτη ακέραιες αναμνήσεις...


Δεν υπάρχουν τέτοιοι τόποι
.
Κι ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν, ο χώρος γίνεται ζήτημα, παύει να είναι αυταπόδεικτος, παύει να είναι οικείος. Ο χώρος είναι μιά αμφιβολία: πρέπει συνεχώς να τον μαρκάρω, να τον ονοματίζω. Δεν είναι ποτέ δικός μου, ποτέ δε μου'χει δοθεί, πρέπει να τον κατακτώ συνεχώς.


Οι χώροι μου είναι εύθραυστοι: ο χρόνος θα τους φθείρει, θα τους δηώσει: τίποτα δε θα μοιάζει πια με αυτό που ήταν, οι αναμνήσεις μου θα με προδώσουν,
η λήθη θα εμποτίσει τη μνήμη μου,
θα κοιτάζω -χωρίς ν'αναγνωρίζω τίποτα- κάποιες κιτρινισμένες φωτογραφίες με τσακισμένες άκρες. Δε θα γράφει πια με άσπρα πορσελάνινα γράμματα, κολλημένα τοξοειδώς στο τζάμι του μικρού cafe της οδού Κοκιγιέρ: "Σερβίρονται αναψυκτικά και τοστ".



Ο χώρος λιώνει σαν άμμος που κυλά ανάμεσα στα δάκτυλα. Τον παίρνει ο χρόνος και μου αφήνει κάτι άμορφα ράκη:

Γράφω:

προσπαθώ σχολαστικά να συγκρατήσω κάτι,

να διασώσω κάτι.

Ν'αποσπάσω συγκεκριμένα ψιχία απ'το κενό καθώς σχηματίζεται.

Ν'αφήσω κάπου ένα αυλάκι,

ένα ίχνος,

ένα σημάδι,

κάποια στίγματα.



Georges Perec, Χορείες Χώρων

(μτφ. Αχ. Κυριακίδης)

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Έκκληση

Αν κανείς εκεί έξω έχει άμεση πρόσβαση στο έργο Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου του Γ. Δροσίνη, κατά προτίμηση στην έκδοση του 1986 από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (και δη στους τόμους Γ΄ή Δ΄) πολύ θα το εκτιμούσα αν άφηνε εδώ ένα σχόλιο.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

Safety in numbers

Οι παλιοί οι Έλληνοι, παιδιά μου, δεν ήταν σαν εμάς σμέτια και ψοφίμια. Εμάς μας βάρεσε ο τρισκατάρατος, κι όσο πάμε θα μαραζώνουμε, θα χαμηλώνουμε και θα πάμε κατά δαόλου τη μάνα.

Αυτούνοι οι 'Ελληνοι ήταν αψηλοί σα λεύκες, τρανοί ως εφτά πήχια. Ήταν και καμπόσοι μονάντεροι που φτάναν τα εννιά πήχια. Μονάχα το κεφάλι τους έφτανε ένα πήχη. Τα γένια τους κατηφόριζαν από πάνου απ'το σαγόνι κι έφταναν κι ακουμπούσαν τα γόνατα. Τσι μουστάκες τσι κομπόδεναν πίσω στο σβέρκο.

Ήταν χεροδύναμοι. Έπιαναν το κλαρί και το ξερίζωναν. Σήκωναν τσι κοτρόνες και τις σφεντούριζαν απ' το'να βουνί κατεπάνου στο άλλο. Πηδούσαν από τη μιά ράχη στην άλλη. Δρασκέλιζαν και περνούσαν τα ποτάμια. Σκότωναν τα λάφια, τα ζαρκάδια, τ'αγριόγιδα και τ'άλλα τα αγρίμια με τσι πέτρες. Πιλαλούσαν με μεγάλες νταγκλιές. Χούγιαζαν, κι ο τόπος σειόταν. Περπατούσαν, και το βουνί τραντάζονταν. Ακούγονταν η λαλιά τους απ'το στερφοτόπι στο γαλαροτόπι. Έπιαναν τσι κορφές απ'τα ελάτια, τσι κομπόδεναν κι έφιαναν καλύβια, βάζοντας τροϋρω μπάτζιες, βαλτόχορτα και κάτου χαμηλά στη γης μεγάλα κοτρόνια γύρα γύρα.

Είχαν πολλά πρότα και γίδια και γελάδες. Είχαν και πέτρινα μαντριά που άρμεγαν τα πρότα και τα γίδια. Τα κοπάδια τα είχαν χώρια, αλλού τα φλόρα, αλλού τα λάϊα, αλλού τα κριάρια, αλλού τα ζυγούρια. Έτρωγαν κριάς, μιά μπουκιά τους ήταν όσο μίνια κότα. Έπιναν γάλα, έπιαναν και ψάρια. Κυνήγαγαν με παγάνες τ'αγρίμια. Σα μονάντεροι που ήταν, έτρωγαν λίγο.

Οι θηλυκές οι Έλληνοι ήταν χαμηλότερες. Είχαν μακριά χρυσά μαλλιά με κοσιάνες π' ακουμπούσαν στη γης. Έπαιρναν στην αγκαλιά πέντε προβατίνες και τσι έφερναν στο καλύβι, όταν αυτούνες αρρωσταίναν. Πότες πότες άρμεγαν και τα γίδια. Μάζουναν νάνες κι άλλες λαχανίδες κι έφιαναν τσι πίτες. Τα παιδιά, όντας γεννιένταν, ήταν τρανά όσο μιά προβατίνα.


Μονάχα οι Έλληνοι δεν ήταν πολλοί. Ήταν λιγοστοί και χάθηκαν.

Θεσσαλία, 20ος αι.

(σμέτια: αρνιά που γεννιούνται αργά, συνεκδοχικά οι αδύνατοι άνθρωποι/ νταγκλιές: ανοικτές μεγάλες δρασκελιές/ μπάτζιες: ελάτινα κλαδιά/ πρότα: πρόβατα/ φλόρα: άσπρα/ λάϊα: μαύρα/ νάνες: αγριολάχανα)

Ι.Θ. Κακριδή, Οι Αρχαίοι Έλληνες στη Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση, Μ.Ι.Ε.Τ 1997

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Το ποίημα που άρεσε στην Καίτη

Ένα ποστ για να θορυβήσω τον Πρόβατο.


i. Η μεταμόρφωση



Το 1964 ο Αλέκος Σακελλάριος γράφει και σκηνοθετεί την ταινία το Δόλωμα, μιά μεγάλη εισπρακτική επιτυχία της Φίνος Φιλμς.
Η ηρωίδα της ταινίας, η Καίτη (Αλίκη Βουγιουκλάκη), είναι μιά κοπέλα που εργάζεται σε ένα καμπαρέ της Τρούμπας. Ένας χαρτοκλέφτης, ο Μπάμπης (Αλέκος Αλεξανδράκης) και ο συνεργός του Μάνθος (Ντίνος Ηλιόπουλος) θέλουν να την χρησιμοποιήσουν ως δόλωμα προκειμένου να προσελκύσουν πλούσιους κυρίους σε χαρτοπαικτικά παιχνίδια.

Στην προσπάθειά τους αυτή πραγματοποιούν καταρχήν αλλαγές στην εξωτερική της εμφάνιση και την κοινωνική συμπεριφορά της. Λίγο πριν την ολοκλήρωση της μεταμόρφωσης, ο Μάνθος θεωρεί ότι προκειμένου η Καίτη να μπορεί να σταθεί επαξίως σε μιά συγκέντρωση πλουσίων και μορφωμένων ανθρώπων πρέπει να γνωρίζει κάποια πράγματα για την "μοντέρνα ποίηση".

Στο σημείο αυτό του σεναρίου η διάθεση του Σακελλάριου να χλευάσει την υπερρεαλιστική ποίηση είναι σαφής. Κι έτσι, ενώ η Καίτη θέλει να απαγγείλει ένα ποίημα που γνωρίζει ήδη, ο Μάνθος την αποτρέπει και της υποδεικνύει ένα άλλο, που θυμίζει Εμπειρίκο στην Ενδοχώρα, αλλά βεβαίως δεν είναι. Η Καίτη πρέπει οπωσδήποτε να αποστηθίσει το ακαταλαβίστικο ποίημα.


ii. Το μοντέρνο ποίημα


Το ποίημα που διαβάζει ο Μάνθος (από ένα βιβλίο του οποίου το εξώφυλλο δεν είναι πάντως αναγνωρίσιμο) και εν συνεχεία απαγγέλει η Καίτη σε ένα σαλόνι του καλού κόσμου είναι το ακόλουθο:

Στα κρησφύγετα της οπτασίας
μας βρήκε η πνοή του χτες
που πατινάριζε στον πάγο της αδιαφορίας
και πήρε τα μαλλιά μας και τα'κανε θερινή κατασκήνωση.

Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω
να δω το πρόσωπό σου στ'ακρογιάλι.
Η συνείδησις της προχθεσινής νύχτας
κυματίζει ακόμα στον ευλαβή παπαφίγγο.

Όταν περάσει ο παγοπώλης
θα'ρθει η άνοιξη να μας φέρει λουκουμάδες.
Τα σπουργίτια που φτεροκοπάνε στις αναμνήσεις μας
άστα να πλέξουν δαντέλες.

Λύσε τα μαλλιά σου και τρέξε με γυμνά μοσχάρια
στην επιστροφή του γυρισμού.
Στα ανελέητα βάθη των μελλοντικών σχεδίων
σελαγίζουν πάντοτε οι εύθυμες αντανακλάσεις των ναυτοπροσκόπων.

Σαν τραγούδι, σαν σκιερό δειλινό

σαν απαγορευμένη ελπίδα
κι ήταν η μοναξιά ξυπόλητη στο δάσος
με τις γαλάζιες παπαρούνες

Έδεσα την ανάμνησή σου με δυό κορδέλες σιωπής
και κάθισα στη βροχή για να στεγνώσω.


iii. Η μοντέρνα ποίηση


Κάποια στιγμή στη διάρκεια της εκπαίδευσης η Καίτη γελάει και λέει "ε, ρε πλάκες" αλλά ο Μάνθος επιμένει. "Αλοίμονο στην ποίηση άμα αρχίζουμε και την καταλαβαίνουμε", ενώ σε λίγο δηλώνει "μεγαλύτερες κοτσάνες από αυτές που υπάρχουν στην μοντέρνα ποίηση δεν γίνεται".

Η απαγγελία της Καίτης έχει όντως αποτέλεσμα. Όλοι χειροκροτούν και ιδιαιτέρως οι κυρίες δηλώνουν συγκινημένες από την μοντέρνα ποίηση που άλλωστε "κάθε μορφωμένο άνθρωπο τον συγκινεί".

Αν προσέξει κανείς καλύτερα το "μοντέρνο" ποίημα του Σακελλάριου διαπιστώνει ότι αλλάζοντας ουσιαστικά μία και μόνη λέξη σε κάθε στροφή, δημιουργεί μιά λογική ανατροπή, τέτοια που θεωρητικά γελοιοποιεί το νόημα του ποιήματος. Μία και μόνη λέξη. Μιά λέξη παράταιρη. Αυτή την λέξη που είναι συνάμα και το διαπιστευτήριο για τον χαρακτηρισμό του ποιήματος ως μοντέρνου.

Σκέφτομαι πάντως, ότι όταν ο Σακελλάριος έγραφε το κομμάτι αυτό
στο σενάριο, μπήκε στη διαδικασία να γράψει ένα ιδιότυπο ποίημα. Ένα ποίημα που έπρεπε να είναι συγκινητικό, αλλά και οφθαλμοφανώς γελοίο. Ένα ποίημα αυτοαναιρούμενο.


iv. Το ποίημα της Καίτης

Πολύ καιρό μου ξέφευγε κάτι από την ταινία αυτή του Σακελλάριου. Μου ξέφευγε το ατέλειωτο ποίημα της Καίτης. Ποιό να ήταν το ποίημα που το κορίτσι της Τρούμπας ήξερε απέξω και μάλιστα κατά δήλωσή της, όποτε το άκουγε έκλαιγε; Υπήρχε ή ήταν μόνο οι δυό στίχοι που προλαβαίνει ασθμαίνοντας δυό φορές μέσα στην ταινία να απαγγείλει; "Ό,τι κι αν είχε το'χασε, γυναίκα, βιός, παιδιά του, τίποτα δεν τ'απόμεινε στερνή παρηγοριά του".

Το ποίημα της Καίτης υπάρχει. Είναι το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, το Νερωμένο Κρασί ή Παραδειγματικόν, από την ποιητική συλλογή, Το Παλιό Βιολί.

Νερωμένο Κρασί
(Παραδειγματικόν)

Ό,τι κι αν είχε το 'χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,
τίποτε δεν τ' απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ' η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ' την καρδιά του
κι η υπομονή εμαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.

Όπως τα λείψανα περνούν, περνάει αργά ο καιρός του
και ζη, δίχως ο δύστυχος να ξέρη το γιατί.
Μες στην ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι εμπρός του
του κάκου εκεί κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.

«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί, και πίνω απ' το ξανθό,
και πίνω κι απ' το κόκκινο κι από το γιοματάρι
κι απ' το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;

Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:

«Τι φταίω εγώ αν τα δάκρυα, που απελπισμένος χύνεις,
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι αν δεν μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαίς;»


v. Σκέψεις


Αγαπώ πολύ τις ελληνικές ταινίες και φυσικά όλες αυτές οι σκέψεις και άλλες πολλές γεννιούνται από την αγάπη αυτή. 'Αγαπώ' φυσικά δεν σημαίνει 'δέχομαι άκριτα', σημαίνει πάντως οπωσδήποτε 'εκτιμώ'.
Εκτιμώ ας πούμε το γεγονός ότι μέσα σε μιά τέτοια ταινία, εμπορική όπως λέμε σαφώς υποτιμητικά, υπάρχει ένα κρυμμένο ποίημα του Πολέμη. Ένα ποίημα που ασφαλώς γνωρίζει ο σεναριογράφος, αλλά δεν ακούγεται ποτέ. Ένα ποίημα που, όπως μας μαθαίνουμε μέσω του Μάνθου, είναι αταίριαστο το 1964 να απαγγελθεί σε ένα σαλόνι της καλής κοινωνίας, όπου κυριαρχεί πιά η μοντέρνα ποίηση. Τουλάχιστον ο Σεφέρης, αν όχι ο Εμπειρίκος.
Σκέφτομαι και κάτι ακόμα. Θα μπορούσε άραγε κανείς να σώσει το ποίημα του Σακελλάριου αν αφαιρούσε τα παράταιρα στοιχεία; ;)



Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Die Hard

Σαν να τρέχεις με 140 στη μεσαία λωρίδα της Εθνικής οδού και να σου σκάει το λάστιχο.


Αυτή είναι μιά παρομοίωση που από σήμερα δικαιούμαι να χρησιμοποιώ.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

Hurt


Το ταξίδι μας μπορεί να χαρακτηριστεί απολύτως με μία και μόνη λέξη: ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΟ.

Απολογισμός: έξι μέρες, τέσσερις πόλεις, δύο χώρες




Ο Βαρόμετρος στα σχόλια του προηγούμενου ταξιδιού με προκαλεί να αποκαλύψω τους πραγματικούς λόγους που έγινε το ταξίδι. Άθελά του μάλλον, με βάζει σε σκέψεις. Οι πραγματικοί λόγοι. Αν πρέπει να πω κάτι, θα πω ψυχοθεραπευτικοί.


Ταξιδέψαμε όπως ταξίδευαν τον 19 αιώνα όσοι είχαν "νεύρα" και πήγαιναν σε κάτι σανατόρια στο Μέλανα Δρυμό γεμάτοι ελπίδες (και τελικά γύριζαν πίσω με πιό πολλά "νεύρα").




Το χειρότερο όταν επιστρέφεις από τέτοια ταξίδια είναι το πόσο γρήγορα προσαρμόζεσαι μετά. Δεν είναι δίκαιο, λίγες μόνο μέρες μετά να καλείσαι να λάβεις αποφάσεις ζωής, έτσι δεν είναι;




Δεν έχω και πολύ καλή διάθεση και μου κάνει εντύπωση που στο καλό κάποιοι από εσάς που διαβάζετε εδώ μπορέσατε να το καταλάβετε. Προφανώς δεν μπορώ να κρυφτώ...



Και μες την τέχνη πάλι κουραστήκαμε από τη δούλεψή της. Είδαμε πάρα πολλά μουσεία. Εκπληκτικά έργα τέχνης.


Και ευτυχώς αρκετό χιόνι ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε επιτέλους τι είναι αυτό που προσπαθεί να μας πει ο P. Brueghel.




Νομίζω ότι αν έπρεπε να κρατήσω μόνο ένα πράγμα από αυτό το ταξίδι, μόνο μιά γνώση, θα ήταν η διαπίστωση ότι η νεκρή φύση μπορεί να είναι έργο τέχνης υψηλότατης αξίας, μπορεί να μεταδίδει μουσική.


Στις Βρυξέλλες αυτή την εποχή γίνεται μιά πολύ μεγάλη, ως και κουραστική, έκθεση για τον P. Klee που έψαξε, με αγωνία μου φάνηκε, την αριθμητική ως και μουσική ή επιστημονική απόδοση της εικαστικής δημιουργίας.

Φεύγοντας, κι΄έχοντας δει αυτά που είδα, σκεφτόμουν ότι αυτό που έψαχνε ο Klee το είχαν βρει ήδη ζωγράφοι σαν τον Heda ή τον Dijck, χωρίς να χρειαστεί να απομακρυνθούν από τη φυσιοκρατία, ίσα-ίσα απεικονίζοντας με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα το αντικείμενο.




Και κάτι ακόμα που συνειδητοποίησα: κανένα βιβλίο δεν μπορεί ποτέ να μεταδώσει την αίσθηση ενός πίνακα αυτού του ιερού τέρατος που λεγόταν Ιερώνυμος Bosch.





Τέλος πάντων.
Για να μπορέσει αυτό το ποστ να ολοκληρώσει τη διαδρομή του στα κύματα του διαδικτύου πρέπει να κλείσει με τους στίχους του Hurt του Trent Raznor που τραγούδησε ο μέγας Johnny Cash στα 71 του.






I hurt myself today

to see if I still feel

I focus on the pain

the only thing that's real

the needle tears a hole

the old familiar sting

try to kill it all away

but I remember everything


what have I become?

my sweetest friend

everyone I know

goes away in the end

and you could have it all

my empire of dirt

I will let you down

I will make you hurt


I wear this crown of thorns

upon my liar's chair

full of broken thoughts

I cannot repair

beneath the stains of time

the feelings disappear

you are someone else

I am still right here


what have I become?

my sweetest friend

everyone I know

goes away in the end

and you could have it all

my empire of dirt

I will let you down

I will make you hurt


if I could start again

a million miles away

I would keep myself

I would find a way




Το εκπληκτικό clip του τραγουδιού εδώ.