Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2008

Η ανύπαρκτη ανάμνηση μιάς απρόσμενης συνάντησης

Παύλο!

Αλίκη!

Τι γίνεσαι Παύλο; Χαθήκαμε τόσα χρόνια.

Ναι, πέρασαν τόσα χρόνια. Δεν έτυχε να σε συναντήσω ποτέ. Θα ήταν αργά να σου ζητήσω συγγνώμη τώρα ύστερα από εφτά χρόνια γιά ό,τι σου είπα τότε στην έκθεση;

Την πρώτη σου έκθεση.

Μετάνιωσα φριχτά που σου μίλησα έτσι άσχημα. Δεν ξέρω. Όταν σε είδα με...

Ήταν ο άντρας μου Παύλο.

Ναι, το ξέρω. Φαντάζομαι πόσο θα με μίσησες εκείνη τη στιγμή.

Α. Δεν σε μίσησα Παύλο. Πώς θα μπορούσα να σε μισήσω. Κι ούτε σου κράτησα καμιά κακία. Ποτέ δεν θα μπορούσα να κρατήσω κακία σε σένα.

Πώς τα περνάς; Είσαι ευτυχισμένη;

Ευτυχισμένη. Που έγινες ένας διάσημος ζωγράφος. Αυτό που ήθελες. Κι αυτό που σου άξιζε να γίνεις.

Πολλές φορές όμως αναρωτήθηκα αν αξίζει γι'αυτό να μένει κανείς μόνος στη ζωή.

Ένας καλλιτέχνης δεν πρέπει να παντρεύεται, ε;

Θυμάσαι;

Πάντα θυμάμαι. Ήτανε τόσο όμορφα τότε όλα. Η σοφίτα. Η τρύπια μας κουβέρτα. Ο κουμπαράς με τη μοναδική μας λίρα.

Τον κουμπαρά τον έσπασα κι η λίρα ήταν κάλπικη.

Κάλπικη;

Η λίρα που ορκιστήκαμε στην αγάπη μας να μη χαλάσουμε ποτέ ήταν..

..κάλπικη. Η αγάπη μας όμως ήταν αληθινή Παύλο.
Και το πορτρέτο μου; Τι έγινε το πορτρέτο;


Είναι το μόνο που μου έχει απομείνει από σέναν Αλίκη. Δεν το πούλησα ποτέ αυτό το πορτρέτο. Βρίσκεται πάντα στη σοφίτα πάνω απ'το κρεβάτι μου. Κι όταν είμαι μόνος, απογοητευμένος, μιλάω μ'αυτή την εικόνα και νομίζω πως είναι ζωντανή και πως μ'ακούει. Της λέω τα όνειρά μου, τις έννοιες μου, τις πίκρες μου. Κι ό,τι κι αν της πω, μου απαντάει πάντα...

Σ'αγαπώ.

Κι εγώ σ'αγαπώ.

Ξεχαστήκαμε Παύλο. Κι έχω αργήσει. Θα με περιμένει ο άντρας μου και το παιδί μου.

Με συγχωρείς. Εμένα δεν με περιμένει κανείς.

Γειά σου Παύλο.

Γειά σου Αλίκη.






Γιά μένα που η Αθήνα έμεινε μιά εν πολλοίς άγνωστη χώρα μέχρι τα είκοσί μου, η Ηρώδου Αττικού ήταν και είναι πάντα συνδεδεμένη με τη συνάντηση αυτή. Με την ανύπαρκτη ανάμνηση μιάς απρόσμενης συνάντησης.
Κάθε φορά που την περνάω, σπανίως είναι η αλήθεια, ακόμη κι όταν την παρατηρώ στην τηλεόραση, σκέφτομαι αυτομάτως την Έλλη Λαμπέτη να υψώνει ελάχιστα το πρόσωπο στον ήλιο και να λέει με τη χαρακτηριστική φωνή της. "Η αγάπη μας όμως ήταν αληθινή Παύλο".

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Απολείπειν ο Θεός Χριστόδουλον


Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές
την τύχη σου που
ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.


UPDATE:
Εδώ μιά ανάγνωση του ποιήματος από την εξαίσια φωνή του Δημήτρη Χορν.


Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

Το παιδί με τη γεμάτη βαλίτσα

Μιά από τις χειρότερες ανασφάλειες είναι να μην αδειάζεις τη βαλίτσα σου -κυριολεκτικά και μεταφορικά ίσως- γιατί μπορεί απο στιγμή σε στιγμή να βρεθείς στο δρόμο.

Όποιος έχει ποτέ αισθανθεί το φρικτό αυτό αίσθημα μπορεί ίσως να καταλάβει τι περνάει ένα 23*χρονο παιδί, ο Γιώργος Σαμψών Χατσατριάν, που θέλει να μείνει και να σπουδάσει στην Ελλάδα αλλά η ελληνική νομοθεσία/γραφειοκρατία έχει άλλη γνώμη.

Όσοι θέλετε να ενημερωθείτε περισσότερο γιά το θέμα διαβάστε εδώκαι εδώ
κι αν συμφωνείτε με το αίτημά του στείλτε σχετικό email στη διεύθυνση

mail@lyk-mous-thess.thess.sch.gr


*και όχι 16χρονο όπως έγραψα κατά λάθος. Το λάθος μου επισήμανε με τον πλέον ευγενή τρόπο η Νατάσα και την ευχαριστώ θερμά!

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Τριήμερο στο παράλληλο σύμπαν

Σημειώσεις μιάς σπάνιας εμπειρίας

Στην παραλία του Παραλλήλου Σύμπαντος γυρίζεται η πρώτη Ινδική ταινία εν Ελλάδι. To Bollywood βρίσκει στην Ελλάδα μιά ζεστή αγκαλιά και μιά χούφτα λάγνες Ελληνίδες χορεύτριες, έτοιμες να χορέψουν με τα σάρι τους μέχρι τελικής πτώσεως. Γιά άλλη μιά φορά χάνω την ευκαιρία να παίξω στον κινηματογράφο. Ίσως δεν είναι ακόμη η στιγμή, ίσως και το κοινό να μην είναι έτοιμο γιά κάτι τόσο πρωτοποριακό.

Τα οστά ενός Αγίου επιστρέφουν στην πόλη που αγάπησε πολύ. Λίγες μόνον ώρες μετά την άφιξή τους εν τυμπάνω και χορώ, εν πομπαίς και οργάνοις, κάνουν ήδη το πρώτο τους θαύμα. Και το κάνουν σε μένα! Πραγματοποιούν την πιό ενδόμυχη κατάρα μου! Γιούπιιι!
Θέλω να τρέξω, να ορμήσω στην εκκλησία και να φωνάξω στους πιστούς "Θαύμα! Θαύμα!". Φοβάμαι όμως ότι θα με ρωτήσουν "Τι θαύμα;". Και αν τους πω, σίγουρα θα σκανδαλίσω το ποίμνιο.
Αποφασίζω να τους αφήσω στην άγνοιά τους αλλά γιά λίγες ώρες είμαι ο πιό ευτυχισμένος άνθρωπος στο Παράλληλο Σύμπαν.

Ένας από τους πιό άσχημους και αγενείς κατοίκους του Παραλλήλου Σύμπαντος, μου λέει, χαμογελώντας πονηρά με το χρυσό του δοντάκι στην πρόσοψη, ότι τον παρομοίασαν με τον Πάρη που απήγαγε την Ωραία Ελένη. Στην αρχή μπερδεύομαι και με πιάνουν τα γέλια. Μετά θυμάμαι ότι βρίσκομαι στο Παράλληλο Σύμπαν και του λέω γιά να τον παρηγορήσω ότι πρέπει να κάνει υπομονή και όλα θα περάσουν.

O Sir Takis, αξιωματούχος της Αυλής του Παραλλήλου Σύμπαντος, πραγματοποιεί μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας σειρά διαλέξεων μέ τα ακόλουθα θέματα: Οι Μασώνοι και τα σύμβολά τους, Η Τέχνη της Ζωγραφικής και πώς μπορεί κανείς να διακρίνει έναν γνήσιο ζωγραφικό πίνακα, Η Πενθεσίλεια, Τα γλυκά που δεν φτιάχνουν πιά τα ζαχαροπλαστεία.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Oh Lord won't you buy me a Mercedes Benz



Σήμερα το πρωί είδα στο Μετρό μιά γνωστή μου που έχει πεθάνει.

Για την ακρίβεια μπορεί να συμβαίνουν δύο πράγματα: ή ήταν αυτή ή κάποια που της έμοιαζε.

Επιλέγω να πιστέψω το δεύτερο.

Ήταν μεγαλύτερη από όταν πέθανε, είχε παχύνει κάπως, ταλαιπωρημένα ρούχα και λίγα γκρίζα μαλλιά. Ήταν αυτή, αλλά κουρασμένη.

Αυτό επιλέγω να πιστέψω.

Και άμα θέλω μπορώ να υποστηρίξω την πίστη μου και με τη λογική μου. Η Μ. σκηνοθέτησε το θάνατό της, εξαφανίστηκε από την οικογένεια, τους φίλους και τους γνωστούς και τώρα ζει μιά άλλη ζωή.

Σκέφτομαι ότι η πίστη είναι επιλογή.

Να, εγώ πιστεύω στον Άγιο Βασίλη. Πιστεύω μάλιστα ότι κάποια νύχτα θα τον δω να πετάει με το έλκηθρο του στον ουρανό.

Σκέφτομαι ότι η πίστη είναι μιά επιλογή που μπορεί να σε οδηγήσει σε σουρεαλιστικούς δρόμους.

Προχτές αργά το βράδυ στην Ομόνοια, μας πλησίασαν τρία κορίτσια. Μικρές, ίσως πήγαιναν ακόμη σχολείο. Από την εμφάνιση και τις κινήσεις που έκαναν γιά να μας πλησιάσουν (δισταγμός, συστολή, ανάγκη) σκεφτήκαμε αμέσως "πρεζάκια που ζητάνε γιά τη δόση τους" και τις λυπηθήκαμε.

Η μία από αυτές μας πλησίασε, άπλωσε τη χούφτα της και μέσα είχε κάτι μικρά χαρτάκια.



Μας ζήτησε να αγοράσουμε κουπόνια του ΚΚΕ.

Σκέφτομαι ότι η πίστη είναι μιά επιλογή που μπορεί να σε οδηγήσει και σε σουρεαλιστικούς πεζοδρόμους.




Το ποστ αφιερώνεται στα τρία κορίτσια της Ομόνοιας, μαζί με το κάτωθι βίντεο, που είμαι σίγουρη ότι θα γούσταραν να το δουν ως το τέλος.


Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

Ψεύτικες αλκυονίδες


Ψεύτικες αλκυονίδες γεμάτες επερχόμενο θάνατο, παρολίγον θάνατο και πολύ ασφυξία.

Οι ιστορίες από τον υππόνομο ήταν γνωστές σε όσους τριγυρνούσαν τους ανήλιαγους, στενούς διαδρόμους του. Όχι βέβαια με όλες τις λεπτομέρειες, αλλά τι σημασία έχει; Όλοι ήξεραν ότι ο χοντρός γαμαρουραίος είχε λερωμένη τη φωλιά του -διάολε και πολύ σωστά: σε υππόνομο βρισκόταν- αλλά ποιός τολμούσε να αντισταθεί και πως; Να θυσιάσει το κεφάλι του και να βρεθεί στα πιό απόμακρα λημέρια του αποχετευτικού συστήματος; Αρκετά κεφάλια κατρακύλισαν προς τα εκεί.

Στο μεταξύ ο υππόνομος στελεχώθηκε με τα καταλληλότερα τρωκτικά, αυτά που διάλεξε εκείνος με τα χεράκια του. Που συνεχίζουν βεβαίως ανενόχλητα το θεάρεστο έργο τους. Και γιά φαντάσου: τώρα που παραλίγο να ψοφήσει ο ευεργέτης τους αντί να στενοχωρηθούν έστω και γιά τα μάτια, τρίβουν την κοιλίτσα τους, ακονίζουν τα δοντάκια τους και περιμένουν να φάνε τον καλύτερο μεζέ. Όπως μου είπε ένα από αυτά -που ωφελήθηκε μάλιστα ιδιαιτέρως πως- έτσι όπως τα έκανε καλύτερα να ψοφήσει... Φοβού τους ευεργετηθέντας, καλή υππομονή να έχουμε εμείς τα ποντικάκια του αγρού και ας κλείσει κάποιος το καπάκι παρακαλώ.



Στο μεταξύ χαίρομαι που μπορώ να ζω σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Και σ'αυτή τη χώρα υπάρχει μιά πόρτα μαγική που μπορώ να την ανοίξω και να ξαναγίνω παιδί. Υπάρχει ένα συρτάρι που όταν το ανοίγω έχει μέσα καθαρές σιδερωμένες πυζαμούλες και καλτσούλες γιά μένα. Υπάρχει ένα χέρι μαγικό που μου απλώνεται και κρατάει ένα καθαρισμένο μανταρίνι μέσα σε μιά χαρτοπετσέτα.


Μετά την απίστευτα διασκεδαστική μας εμπειρία στο bowling θυμηθήκαμε βεβαίως το ρόλο του Torturo ως Jesus Quintana στο Big Lebowski, όπου αν δεν κάνω λάθος, πρέπει να εμφανίζεται συνολικά λιγότερο από 10 λεπτά! Πάρτε μάτι εδώ και μη με κατηγορήσετε αν σας κολλήσει το τραγούδι.

Κλείνω με μιά εκπληκτική ανακάλυψη του Άμμου του Αμμαζονίου. Η πρώτη ταινία του Burton βασισμένη σε ένα εκπληκτικό του ποίημα. Σχεδόν προγραμματική. Βρίσκεις μέσα στα πέντε της λεπτά, στοιχεία όπως το Corpse Bride ή το Ed Wood, από το σύμπαν που δημιούργησε αυτό το ευφάνταστο πλάσμα μέχρι τώρα στην πορεία του.









Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2008

Η λάμπα της Αλίκης




Το έργο του μήνα γιά τον Ιανουάριο του 2008 στο Ατελιέ του Σπύρου Βασιλείου είναι η περίφημη Λάμπα της Αλίκης. Ένα δημοφιλές έργο του ζωγράφου που αγόρασε κάποτε η Αλίκη Βουγιουκλάκη και πήρε κάπως έτσι το όνομά του. Αν και κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές του, έχει γιά μένα τη μοναδικότητα (όσο παράδοξο κι αν είναι αυτό) να το σκέφτομαι ως ιδιότυπη ανεικονική απόδοση της ίδιας.

(δικάστε με, δικάστε με ως ένοχη προσωπολατρείας)

Εδώ στο video, σε μιά εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού γιά το Σπύρο Βασιλείου, η ίδια η Αλίκη εξηγεί γιατί αγαπούσε τόσο αυτό το έργο.
Αδιανόητα λαμπερή και ήρεμη, μιλάει πολύ προσεκτικά και με σεβασμό γιά το ζωγράφο. Μου έκαναν εντύπωση οι κινήσεις των χεριών και των χειλιών της.

Τέλος πάντων.




5 φωτο από τις διακοπές στα κάρβουνα






Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

Σε δρόμους ανοικτούς διαβάτης





Afoot and light-hearted, I take to the open road,
Healthy, free, the world before me,
The long brown path before me, leading wherever I choose.


Henceforth I ask not good-fortune--I myself am good fortune;
Henceforth I whimper no more, postpone no more, need nothing,
Strong and content, I travel the open road.


The earth—that is sufficient;
I do not want the constellations any nearer;
I know they are very well where they are;
I know they suffice for those who belong to them.


(Still here I carry my old delicious burdens;
I carry them, men and women—I carry them with me wherever I go;
I swear it is impossible for me to get rid of them;
I am fill’d with them, and I will fill them in return.)



Walt Whitman, Song of the Open Road

(Leaves of Grass, 1900)